Ένας ύπουλος εχθρός, κυρίως για τους δρομείς μεγάλων αποστάσεων είναι η σιδηροπενική αναιμία. Η αναιμία είναι μια παθολογική κατάσταση όπου το σύστημα μεταφοράς του οξυγόνου στο αίμα δεν επαρκεί. Υπεύθυνη για την μεταφορά του οξυγόνου από τους πνεύμονες στους ιστούς είναι κυρίως η αιμοσφαιρίνη, μια πρωτεΐνη που υπάρχει στα ερυθρά αιμοσφαίρια και αποτελείται από τέσσερις πρωτεϊνικές αλυσίδες.
Στο κέντρο του μορίου της αιμοσφαιρίνης υπάρχει ένα άτομο σιδήρου (Fe) που είναι υπεύθυνο για τη μεταφορά του οξυγόνου στους ιστούς. Αντίστοιχη με την αιμοσφαιρίνη στους μύες είναι η μυοσφαιρίνη. Αναιμία λοιπόν έχουμε όταν, για διάφορους λόγους, δεν υπάρχει επαρκής αιμοσφαιρίνη. Όταν αυτή η ανεπάρκεια της αιμοσφαιρίνης οφείλεται σε έλλειμμα σιδήρου τότε έχουμε σιδηροπενική αναιμία που είναι και η πιο συνηθισμένη μορφή αναιμίας. Οι αιτίες που είναι υπεύθυνες για την εμφάνισή της είναι η μειωμένη πρόσληψη ή η αυξημένη απώλεια σιδήρου. Ανεπαρκής πρόσληψη υπάρχει σε περιπτώσεις κακής θρέψης, αποκλειστικής φυτοφαγίας ή και ασιτίας καθώς και σε σύνδρομα δυσαπορρόφησης ή μετά γαστρεκτομή. Επίσης σιδηροπενία εμφανίζεται όταν υπάρχουν αυξημένες ανάγκες, όπως στις γυναίκες και στους εφήβους ή επίσης αυξημένες απώλειες (αιμορραγίες).
Για να κατανοήσουμε καλύτερα το σύστημα μεταφοράς του οξυγόνου θα πρέπει να περιγράψουμε τον κύκλο του σιδήρου. Ο σίδηρος προσλαμβάνεται στον οργανισμό από τις τροφές, όπου υπάρχει με την τρισθενή μορφή του (Fe+++). Στο στομάχι οι τροφές, κυρίως με τη δράση του γαστρικού υγρού που περιέχει υδροχλωρικό οξύ (HCl), διασπώνται και oσίδηρος μετατρέπεται σε δισθενή (Fe++). Με αυτή τη μορφή του απορροφάται και περνάει στο αίμα. Εκεί, όχημα μεταφοράς του σιδήρου είναι η αποτρανσφερίνη. Αυτή είναι η σημαντικότερη σιδηροδεσμεύουσα πρωτεΐνη του οργανισμού και κάθε μόριό της μπορεί να μεταφέρει δύο μόρια δισθενούς σιδήρου. Όταν συνδεθεί μετατρέπεται σε τρανφερίνη. Ουσιαστικά η τρανσφερίνη εκφράζει την ολική σιδηροδεσμευτική ικανότητα του οργανισμού (Total Iron Binding Capacity, T.I.B.C.). Η συγκέντρωσή της αυξάνεται όταν εξαντλούνται τα αποθέματα σιδήρου και μειώνεται σε καταστάσεις περίσσειας σιδήρου. Δηλαδή η τρανφερίνη είναι σαν τα καρότσια του super-market. Όταν δεν υπάρχουν πολλοί πελάτες (Fe++) υπάρχουν πολλά ελεύθερα καρότσια (αποτρανσφερίνη) και το αντίθετο, όταν υπάρχουν πολλοί πελάτες υπάρχουν λίγα ελεύθερα καρότσια.
Με την τρανσφερίνη ο σίδηρος μεταφέρεται είτε στο μυελό των οστών για την παραγωγή ερυθρών αιμοσφαιρίων είτε, με τη συστηματική κυκλοφορία, στους ιστούς για τις ανάγκες των κυττάρων. Βέβαια, επειδή ο σίδηρος είναι πολύτιμος, ότι περισσεύει θα πρέπει να αποθηκευτεί για μελλοντική χρήση. Αποθηκευτικός χώρος του σιδήρου είναι κυρίως το συκώτι όπου ο σίδηρος δεσμεύεται από μία πρωτεΐνη, που σε μικρά ποσοστά κυκλοφορεί και στο περιφερικό αίμα, τη φερριτίνη. Τα 2/3 περίπου του αποθηκευμένου σιδήρου είναι συνδεδεμένα με τη φερριτίνη, ενώ το υπόλοιπο 1/3 με την αιμοσιδηρίνη. Η αιμοσιδηρίνη είναι τροποποιημένη, αδιάλυτη φερριτίνη που βρίσκεται κυρίως στο ήπαρ και στον μυελό των οστών. Η συγκέντρωση σιδήρου στην αιμοσιδηρίνη είναι υψηλότερη από ότι στη φερριτίνη, αλλά η απελευθέρωσή του από την αιμοσιδηρίνη είναι πολύ πιο αργή από ότι από τη φερριτίνη. Ελάχιστες ποσότητες φερριτίνης βρίσκονται στον ορό σε συγκεντρώσεις ανάλογες με τα ολικά αποθέματα σιδήρου του οργανισμού. Σε φυσιολογικές καταστάσεις, η μέτρηση της συγκέντρωσης της φερριτίνης στον ορό του αίματος είναι ο πλέον αξιόπιστος δείκτης της επάρκειας των αποθηκών του σιδήρου (φ.τ.: 40ng/dl μέχρι 200ng/dl).
Η αποτελεσματικότητα του υπερηχογραφήματος στο β΄ τρίμηνο, μπορεί να αποδοθεί με την παρακάτω παράγραφο, που διατυπώθηκε από το RoyalCollege of Obstetricians and Gynaecologists της Αγγλίας τον Ιούλιο του 2000 και παρατίθεται εδώ σε μετάφραση:
‘Περίπου οι μισές από τις ανατομικές ανωμαλίες που προκαλούν σοβαρές δυσκολίες θα απεικονιστούν στο υπερηχογράφημα, ενώ οι άλλες μισές δεν θα απεικονιστούν. Αυτό σημαίνει ότι ακόμη και αν το υπερηχογράφημα είναι φυσιολογικό, υπάρχει μια μικρή πιθανότητα το νεογέννητο να έχει κάποιο ανατομικό πρόβλημα’
Μερικές από τις συγγενείς ανωμαλίες παρατίθενται εδώ ενδεικτικά, με το ποσοστό τηςπιθανής υπερηχογραφικής ανίχνευσής τους:
Ανεγκεφαλία (έλλειψη του ανώτερου κρανίου και του εγκεφάλου): ανίχνευση κατά 99%
Υδροκεφαλία (περισσότερο εγκεφαλονωτιαίο υγρό στον εγκέφαλο): ανίχνευση κατά 60%
(πολλές περιπτώσεις υδροκεφαλίας μπορεί να παρουσιαστούν στο γ΄ τρίμηνο ή και μετά τον τοκετό)
Καρδιακές ανωμαλίες: ανίχνευση κατά 25% (ανάλογα με τη βλάβη από 5% μέχρι 85%)
Εξόμφαλος/γαστρόσχιση (έλλειμμα στο πρόσθιο κοιλιακό τοίχωμα): ανίχνευση κατά 90%
Νεφρικές ανωμαλίες: ανίχνευση κατά 85%
Εγκεφαλική παράλυση (σπαστικότητα): δεν ανιχνεύεται ποτέ
Αυτισμός: δεν ανιχνεύεται ποτέ
Δισχιδής ράχη (άνοιγμα στη σπονδυλική στήλη): ανίχνευση κατά 90%
Σύνδρομο Down (από τις πιθανές συνοδές καρδιακές και γαστρεντερικές ανωμαλίες):ανίχνευση κατά 40%
Σοβαρές οστικές ανωμαλίες (αγεννεσία οστών ή υποπλαστικά άκρα): ανίχνευση κατά 90%
Μικρές μεσοκοιλιακές επικοινωνίες στην καρδιά συνήθως δεν απεικονίζονται
© Γιάννης Μπίρης